Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quotidien
01
καθημερινός, εφήμερος
qui se produit chaque jour ; qui fait partie de la vie de tous les jours
Παραδείγματα
L' exercice physique quotidien est bon pour la santé.
Η καθημερινή σωματική άσκηση είναι καλή για την υγεία.
Le quotidien
[gender: masculine]
01
ημερινή εφημερίδα, εφημερίδα
journal publié tous les jours
Παραδείγματα
Ce quotidien couvre principalement les actualités locales.
Αυτή η εφημερίδα καλύπτει κυρίως τις τοπικές ειδήσεις.
02
καθημερινή ζωή, καθημερινότητα
la vie de tous les jours, les activités habituelles
Παραδείγματα
Il cherche un équilibre entre travail et quotidien.
Ψάχνει μια ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και την καθημερινότητα.



























