Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La quittance
01
απόδειξη, απόδειξη πληρωμής
document qui prouve le paiement d'une somme d'argent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
quittances
Παραδείγματα
J'ai reçu la quittance après avoir payé le loyer.
Έλαβα την απόδειξη αφού πλήρωσα το ενοίκιο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
quittance
quit



























