la quittance
Pronunciation
/kitˈɑ̃s/

Ορισμός και σημασία του "quittance"στα γαλλικά

La quittance
[gender: feminine]
01

απόδειξη, απόδειξη πληρωμής

document qui prouve le paiement d'une somme d'argent
la quittance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
quittances
Παραδείγματα
Il a perdu la quittance et doit demander une copie.
Έχασε την απόδειξη και πρέπει να ζητήσει ένα αντίγραφο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store