la quittance
quittance
kitɑ̃s
kitaas

Ορισμός και σημασία του "quittance"στα γαλλικά

01

απόδειξη, απόδειξη πληρωμής

document qui prouve le paiement d'une somme d'argent 
la quittance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
quittances
Παραδείγματα
J'ai reçu la quittance après avoir payé le loyer. 

Έλαβα την απόδειξη αφού πλήρωσα το ενοίκιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store