Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quinzième
01
δέκατος πέμπτος, δεκαπέμπτος
qui vient après le quatorzième dans l'ordre ou dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
quinzième
αρσενικό πληθυντικό
quinzièmes
θηλυκό ενικό
quinzième
θηλυκό πληθυντικό
quinzièmes
Παραδείγματα
C'est mon quinzième jour de vacances.
Αυτή είναι η δέκατη πέμπτη μέρα των διακοπών μου.



























