quinzième
quinzième
kɛ̃zjɛm
kezyem

Ορισμός και σημασία του "quinzième"στα γαλλικά

quinzième
01

δέκατος πέμπτος, δεκαπέμπτος

qui vient après le quatorzième dans l'ordre ou dans le temps 
quinzième definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
quinzième
αρσενικό πληθυντικό
quinzièmes
θηλυκό ενικό
quinzième
θηλυκό πληθυντικό
quinzièmes
Παραδείγματα
C'est mon quinzième jour de vacances. 

Αυτή είναι η δέκατη πέμπτη μέρα των διακοπών μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store