Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pénaliser
01
τιμωρώ, επιβάλλω ποινή
infliger une punition ou un désavantage à quelqu'un pour une faute commise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pénalise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pénalisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pénaliserai
παθητική μετοχή
pénalisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pénalisions
Παραδείγματα
Ne pénalisez pas tout le groupe pour une erreur individuelle.
Μην τιμωρήσετε ολόκληρη την ομάδα για ένα ατομικό λάθος.



























