pénaliser
Pronunciation
/penalizˈe/

Ορισμός και σημασία του "pénaliser"στα γαλλικά

pénaliser
01

τιμωρώ, επιβάλλω ποινή

infliger une punition ou un désavantage à quelqu'un pour une faute commise
pénaliser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pénalise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pénalisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pénaliserai
παθητική μετοχή
pénalisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pénalisions
Παραδείγματα
Ne pénalisez pas tout le groupe pour une erreur individuelle.
Μην τιμωρήσετε ολόκληρη την ομάδα για ένα ατομικό λάθος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store