naliser
pe
pe
na
na
na
li
li
li
ser
ze
ze
balbutierdésespéréparalyserobscurité

Ορισμός και σημασία του "pénaliser"στα γαλλικά

pénaliser
01

τιμωρώ, επιβάλλω ποινή

infliger une punition ou un désavantage à quelqu'un pour une faute commise 
pénaliser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pénalise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pénalisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pénaliserai
παθητική μετοχή
pénalisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pénalisions
Παραδείγματα
L'arbitre a pénalisé l'équipe pour un tacle dangereux. 

Ο διαιτητής επέβαλε ποινή στην ομάδα για επικίνδυνο τάκλιν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store