Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La purée
[gender: feminine]
01
aliment écrasé et réduit en pâte épaisse, souvent à base de pommes de terre, de légumes ou de fruits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
purées
Παραδείγματα
Une purée de fruits est parfaite pour les bébés.



























