le puceron
puceron
pysʁɔ̃
pysraw

Ορισμός και σημασία του "puceron"στα γαλλικά

01

αφίδα, φυτοπαράσιτο

petit insecte qui se nourrit de la sève des plantes et peut causer des dégâts 
le puceron definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pucerons
Παραδείγματα
Les pucerons attaquent les feuilles de mon rosier. 

Τα αφίδια επιτίθενται στα φύλλα του θάμνου των τριαντάφυλλων μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store