Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
publicitaire
01
διαφημιστικός, σχετικός με τη διαφήμιση
qui concerne la promotion ou la diffusion d'un produit, service ou message
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
publicitaire
αρσενικό πληθυντικό
publicitaires
θηλυκό ενικό
publicitaire
θηλυκό πληθυντικό
publicitaires
Παραδείγματα
Ils ont créé un visuel publicitaire pour le nouveau produit.
Δημιούργησαν ένα διαφημιστικό οπτικό για το νέο προϊόν.



























