prématuré
prématuré
pʁemat͡syʁe
prematsyre

Ορισμός και σημασία του "prématuré"στα γαλλικά

prématuré
01

πρόωρος, προωρισμένος

qui arrive ou se produit avant le temps normal prévu 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus prématuré
συγκριτικός βαθμός
plus prématuré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prématuré
αρσενικό πληθυντικό
prématurés
θηλυκό ενικό
prématurée
θηλυκό πληθυντικό
prématurées
θεματικό πεδίο
naissance, santé, temps
Παραδείγματα
Le bébé est né prématuré à sept mois de grossesse. 

Το μωρό γεννήθηκε πρόωρα σε επτά μήνες κύησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store