le propriétaire
Pronunciation
/pʀɔpʀijetɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "propriétaire"στα γαλλικά

Le propriétaire
01

ιδιοκτήτης, κάτοχος

personne qui possède un bien, en particulier un logement
le propriétaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
propriétaires
Παραδείγματα
C' est le propriétaire de cette maison.
Είναι ο ιδιοκτήτης αυτού του σπιτιού.
02

ιδιοκτήτης, κάτοχος

personne qui possède quelque chose (un objet, un terrain, un animal, etc.)
Παραδείγματα
Chaque propriétaire doit entretenir son bien.
Ιδιοκτήτης πρέπει να διατηρεί την περιουσία του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store