le printemps
prin
pʁɛ̃
πρε
temps
τã

Ορισμός και σημασία του "printemps"στα γαλλικά

01

άνοιξη, εποχή της άνοιξης

période les plantes repoussent et le temps devient plus doux 
le printemps definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
printemps
Παραδείγματα
Le printemps est ma saison préférée. 

Η άνοιξη είναι η αγαπημένη μου εποχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store