prier
Pronunciation
/pʀije/

Ορισμός και σημασία του "prier"στα γαλλικά

01

προσεύχομαι, ευχομαι

adresser une demande ou des louanges à une divinité, pratiquer la prière
prier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prierai
ενεστώτα μετοχή
priant
παθητική μετοχή
prié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
priions
Παραδείγματα
Les gens prient souvent en silence chez eux.
Οι άνθρωποι συχνά προσεύχονται σιωπηλά στο σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store