prier
prier
pʁije
priye
plierpriserpriverprimer

Ορισμός και σημασία του "prier"στα γαλλικά

01

προσεύχομαι, ευχομαι

adresser une demande ou des louanges à une divinité, pratiquer la prière 
prier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prierai
ενεστώτα μετοχή
priant
παθητική μετοχή
prié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
priions
Παραδείγματα
Les fidèles prient dans les lieux de culte chaque semaine. 

Οι πιστοί προσεύχονται στους τόπους λατρείας κάθε εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store