Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prestation
01
υπηρεσία, παροχή υπηρεσίας
service fourni dans le cadre professionnel ou contractuel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prestations
Παραδείγματα
Cette entreprise offre des prestations de haute qualité.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prestation
station



























