Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prestation
[gender: feminine]
01
υπηρεσία, παροχή υπηρεσίας
service fourni dans le cadre professionnel ou contractuel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prestations
Παραδείγματα
Les prestations sociales aident les plus démunis.
Λεξικό Δέντρο
prestation
station



























