la poêle
poêle
pwɑl
pvaal
pouleprêle

Ορισμός και σημασία του "poêle"στα γαλλικά

01

τηγάνι, ταψί

ustensile de cuisine à fond plat et bords bas, utilisé pour frire ou sauter 
la poêle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
poêles
Παραδείγματα
Elle fait cuire les œufs dans la poêle antiadhésive. 

Εκείνη μαγειρεύει τα αυγά στο αντικολλητικό τηγάνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store