Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le poème
[gender: masculine]
01
ποίημα, στίχος
texte littéraire souvent écrit en vers, exprimant des émotions ou des idées
Παραδείγματα
Il récite un beau poème.
Απαγγέλλει ένα όμορφο ποίημα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ποίημα, στίχος