le pouvoir d'achat
pouvoir
puvwaʁ
poovvar
d'achat
daʃa
dasha

Ορισμός και σημασία του "pouvoir d'achat"στα γαλλικά

Le pouvoir d'achat
01

αγοραστική δύναμη, αγοραστική ικανότητα

capacité d'une personne ou d'un ménage à acheter des biens et services avec son revenu 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le pouvoir d'achat des ménages a diminué cette année. 

Η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών μειώθηκε φέτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store