le potier
pot
pɔt
pawt
ier
je
ye

Ορισμός και σημασία του "potier"στα γαλλικά

01

αγγειοπλάστης, κεραμουργός

artisan qui façonne des objets en argile (pots, vases, bols, assiettes, etc. ) et les cuit pour produire de la poterie 
le potier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
potiers
Παραδείγματα
Le potier fabrique des bols en terre cuite. 

Ο αγγειοπλάστης κατασκευάζει πήλινα μπολ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store