Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le plomb
01
μόλυβδος, μόλυβδος
élément chimique lourd, mou et toxique, utilisé dans certains alliages et matériaux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le plomb est utilisé dans la fabrication de batteries.
Ο μόλυβδος χρησιμοποιείται στην κατασκευή μπαταριών.
02
ασφάλεια, ηλεκτρική ασφάλεια
dispositif électrique qui fond ou se coupe pour protéger un circuit contre les surcharges
Παραδείγματα
Le plomb a sauté à cause d'une surcharge électrique.
Η ασφάλεια έσβησε λόγω ηλεκτρικής υπερφόρτωσης.



























