plaider
plai
ple
ple
der
de
de
plaideur

Ορισμός και σημασία του "plaider"στα γαλλικά

plaider
01

υπερασπίζομαι, ικανολογούμαι

défendre quelqu'un ou une cause devant un juge, souvent en parlant d'un avocat 
plaider definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plaide
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plaidons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plaiderai
ενεστώτα μετοχή
plaidant
παθητική μετοχή
plaidé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plaidions
Παραδείγματα
L'avocat a plaidé en faveur de son client avec passion. 

Ο δικηγόρος υπερασπίστηκε τον πελάτη του με πάθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store