Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plaider
01
υπερασπίζομαι, ικανολογούμαι
défendre quelqu'un ou une cause devant un juge, souvent en parlant d'un avocat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plaide
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plaidons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plaiderai
ενεστώτα μετοχή
plaidant
παθητική μετοχή
plaidé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plaidions
Παραδείγματα
Les deux avocats ont plaidé pendant plus de deux heures.
Οι δύο δικηγόροι υπερασπίστηκαν για πάνω από δύο ώρες.



























