Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le placard
01
ντόλαπα, ντουλάπα
meuble ou espace encastré utilisé pour ranger des vêtements ou objets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
placards
Παραδείγματα
Il range ses vêtements dans le placard.
Αυτός τακτοποιεί τα ρούχα του στην ντόλα.
02
ντουλάπι, ντουλάπι κουζίνας
compartiment mural utilisé pour ranger des objets dans la cuisine ou la salle de bain
Παραδείγματα
Les verres sont dans le placard au-dessus de l'évier.
Τα ποτήρια είναι στην ντουλάπα πάνω από το νεροχύτη.
03
αφίσα, ανακοίνωση
affiche ou panneau servant à afficher un message ou une annonce
Παραδείγματα
Le placard sur le mur annonce un concert.
Η αφίσα στον τοίχο ανακοινώνει μια συναυλία.



























