Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
piéton
01
πεζών, που αφορά τους πεζούς
qui concerne les personnes qui marchent à pied
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
piéton
αρσενικό πληθυντικό
piétons
θηλυκό ενικό
piétonne
θηλυκό πληθυντικό
piétonnes
Παραδείγματα
La zone piétonne est fermée aux voitures.
Η πεζοδρομημένη ζώνη είναι κλειστή για τα αυτοκίνητα.
Le piéton
01
πεζός, περαστικός
personne qui se déplace à pied
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
piétons
Παραδείγματα
Les piétons traversent la rue.
Οι πεζοί διασχίζουν τον δρόμο.



























