piéton
piéton
pjetɔ̃
pyetaw
pistonpiton

Ορισμός και σημασία του "piéton"στα γαλλικά

01

πεζών, που αφορά τους πεζούς

qui concerne les personnes qui marchent à pied 
piéton definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
piéton
αρσενικό πληθυντικό
piétons
θηλυκό ενικό
piétonne
θηλυκό πληθυντικό
piétonnes
Παραδείγματα
La zone piétonne est fermée aux voitures. 

Η πεζοδρομημένη ζώνη είναι κλειστή για τα αυτοκίνητα.

01

πεζός, περαστικός

personne qui se déplace à pied 
le piéton definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
piétons
Παραδείγματα
Les piétons traversent la rue. 

Οι πεζοί διασχίζουν τον δρόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store