le piment
piment
pimɑ̃
pimaa
pigment

Ορισμός και σημασία του "piment"στα γαλλικά

01

πιπεριά τσίλι, καυτερή πιπεριά

plante dont les fruits piquants sont utilisés comme épice ou condiment 
le piment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
plant
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
piments
Παραδείγματα
Le piment rouge est très fort dans cette sauce. 

Η πιπεριά είναι πολύ καυτή σε αυτή τη σάλτσα.

02

πιπεριά τσίλι, καυτερή πιπεριά

épice obtenue à partir de fruits de certaines plantes, utilisée pour relever le goût des plats 
Παραδείγματα
Elle a ajouté du piment à la sauce pour qu'elle soit plus épicée. 

Πρόσθεσε πιπέρι στη σάλτσα για να την κάνει πιο πικάντικη.

03

καρύκευμα, γεύση

ce qui donne du piquant, de l'entrain ou de l'animation à une situation 
Παραδείγματα
La musique apporte du piment à la fête. 

Η μουσική προσφέρει αλάτι στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store