Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le phénomène
01
φαινόμενο, γεγονός
fait, événement ou situation observable, naturel ou social
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
phénomènes
Παραδείγματα
Un phénomène étrange s' est produit dans le ciel hier soir.
Ένα παράξενο φαινόμενο συνέβη στον ουρανό χθες το βράδυ.



























