le phénomène
phé
fe
fe
nomène
nɔmɛn
nawmen

Ορισμός και σημασία του "phénomène"στα γαλλικά

Le phénomène
01

φαινόμενο, γεγονός

fait, événement ou situation observable, naturel ou social 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
phénomènes
Παραδείγματα
L'arc-en-ciel est un phénomène naturel. 

Το ουράνιο τόξο είναι ένα φυσικό φαινόμενο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store