le phénomène
Pronunciation
/fenɔmɛn/

Ορισμός και σημασία του "phénomène"στα γαλλικά

Le phénomène
01

φαινόμενο, γεγονός

fait, événement ou situation observable, naturel ou social
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
phénomènes
Παραδείγματα
Un phénomène étrange s' est produit dans le ciel hier soir.
Ένα παράξενο φαινόμενο συνέβη στον ουρανό χθες το βράδυ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store