Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le phénomène
01
φαινόμενο, γεγονός
fait, événement ou situation observable, naturel ou social
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
phénomènes
Παραδείγματα
L'arc-en-ciel est un phénomène naturel.
Το ουράνιο τόξο είναι ένα φυσικό φαινόμενο.



























