la peur bleue
peur
pœʁ
poer
bleue
blø
bleu

Ορισμός και σημασία του "peur bleue"στα γαλλικά

01

θανατηφόρος φόβος, ξαφνικός πανικός

peur très intense et soudaine 
la peur bleue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle a eu une peur bleue en voyant le chien courir vers elle. 

Είχε ένα μπλε φόβο όταν είδε το σκυλί να τρέχει προς το μέρος της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store