Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La peur bleue
[gender: feminine]
01
θανατηφόρος φόβος, ξαφνικός πανικός
peur très intense et soudaine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La peur bleue qu' il a ressentie restera gravée dans sa mémoire.
Ο θανάσιμος φόβος που αισθάνθηκε θα μείνει χαραγμένος στη μνήμη του.



























