la peur bleue
Pronunciation
/pˈœʁ blˈø/

Ορισμός και σημασία του "peur bleue"στα γαλλικά

La peur bleue
[gender: feminine]
01

θανατηφόρος φόβος, ξαφνικός πανικός

peur très intense et soudaine
la peur bleue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La peur bleue qu' il a ressentie restera gravée dans sa mémoire.
Ο θανάσιμος φόβος που αισθάνθηκε θα μείνει χαραγμένος στη μνήμη του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store