la peur
Pronunciation
/pœʀ/

Ορισμός και σημασία του "peur"στα γαλλικά

La peur
[gender: feminine]
01

φόβος, τρόμος

sentiment de crainte ou d'angoisse face à un danger ou une menace
la peur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
peurs
Παραδείγματα
La peur peut être utile pour se protéger.
Ο φόβος μπορεί να είναι χρήσιμος για την προστασία του εαυτού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store