Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le participant
[gender: masculine]
01
συμμετέχων, συμμετέχουσα
personne qui prend part à une activité ou un événement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
participants
Παραδείγματα
Nous avons discuté avec plusieurs participants.
Μιλήσαμε με αρκετούς συμμετέχοντες.
Λεξικό Δέντρο
participant
participate



























