le participant
participant
paʁtisipɑ̃
partisipaa

Ορισμός και σημασία του "participant"στα γαλλικά

Le participant
01

συμμετέχων, συμμετέχουσα

personne qui prend part à une activité ou un événement 
le participant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
participants
αρσενικό ενικό
participant
θηλυκό ενικό
participante
neutral form
personne qui participe
Παραδείγματα
Les participants sont arrivés tôt. 

Οι συμμετέχοντες έφτασαν νωρίς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

participant
participate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store