Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le papier
01
χαρτί, φύλλο
matière fine et souple utilisée pour écrire, imprimer ou emballer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
J'écris mes notes sur du papier blanc.
Γράφω τις σημειώσεις μου σε λευκό χαρτί.
02
άρθρο, κείμενο
texte écrit ou article publié dans un journal, un magazine ou un ouvrage scientifique
Παραδείγματα
J'ai lu un papier intéressant dans le journal ce matin.
Διάβασα ένα ενδιαφέρον άρθρο στην εφημερίδα σήμερα το πρωί.



























