Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pancarte
01
πλακάτ, πινακίδα
panneau en carton, bois ou autre matériau, portant une inscription, un dessin ou un message destiné à être vu par le public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pancartes
Παραδείγματα
Une pancarte sur la porte annonçait la fermeture du magasin.
Μια πινακίδα στην πόρτα ανήγγειλε το κλείσιμο του καταστήματος.



























