la pancarte
pancarte
pãkaʁt
pankart

Ορισμός και σημασία του "pancarte"στα γαλλικά

01

πλακάτ, πινακίδα

panneau en carton, bois ou autre matériau, portant une inscription, un dessin ou un message destiné à être vu par le public 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pancartes
Παραδείγματα
Un homme tenait une grande pancarte devant la mairie. 

Ένας άντρας κρατούσε μια μεγάλη πινακίδα μπροστά από το δημαρχείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store