l'ourlet
our
oor
let
le

Ορισμός και σημασία του "ourlet"στα γαλλικά

01

στρίφωμα, άκρη

bord d'un tissu replié et cousu pour éviter qu'il ne s'effiloche, utilisé sur les vêtements ou autres textiles 
l'ourlet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ourlets
Παραδείγματα
Le pantalon est trop long, il faut raccourcir l'ourlet. 

Το παντελόνι είναι πολύ μακρύ, πρέπει να κοντύνει η στρίφωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store