Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ouate
01
βάτα, γέμισμα
matière textile légère utilisée comme rembourrage ou doublure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Cette veste est rembourrée avec de l'ouate pour plus de chaleur.
Αυτό το σακάκι είναι φουσκωμένο με βαμβάκι για περισσότερη ζέστη.
02
βάτα, βάτα για καθαρισμό
matière douce et légère utilisée pour nettoyer ou protéger la peau
Παραδείγματα
Elle utilise de l'ouate pour nettoyer son visage.
Χρησιμοποιεί βάτα για να καθαρίσει το πρόσωπό της.



























