Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
osseux
01
οστέινος, οστώδης
qui concerne les os ou qui est formé d'os
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
osseux
αρσενικό πληθυντικό
osseux
θηλυκό ενικό
osseuse
θηλυκό πληθυντικό
osseuses
Παραδείγματα
Le squelette humain est composé de plusieurs éléments osseux.
Ο ανθρώπινος σκελετός αποτελείται από πολλά οστικά στοιχεία.
02
οστεώδης, οστέινος
qui a peu de chair , avec les os très visibles
Παραδείγματα
Il est très osseux après sa longue maladie.
Είναι πολύ οστεώδης μετά την μακρά ασθένειά του.



























