Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ornement
01
στολίδι, διακόσμηση
objet utilisé pour décorer ou embellir un lieu, un meuble ou un vêtement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ornements
Παραδείγματα
Elle a accroché un ornement sur le sapin de Noël.
Κρέμασε ένα στολίδι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
02
διακόσμηση, στολίδι
élément ajouté pour orner, enrichir ou embellir un objet , un texte , ou un espace
Παραδείγματα
L'ornement de ce texte rend la page plus agréable à lire.
Η διακόσμηση αυτού του κειμένου κάνει τη σελίδα πιο ευχάριστη στην ανάγνωση.



























