Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'origine
01
προέλευση, καταγωγή
point de départ ou provenance d'une personne, d'un groupe ou d'une chose, souvent lié à la famille, au pays ou à la culture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
origines
Παραδείγματα
Il cherche à connaître ses origines familiales.
Προσπαθεί να μάθει τις οικογενειακές του ρίζες.



























