Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
originaire
01
اهل (جایی بودن)
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
originaires
θηλυκό ενικό
originaire
θηλυκό πληθυντικό
originaires
Παραδείγματα
Je suis originaire d'un pays que vous ne connaissez pas.



























