l'orchestre
or
ɔʁ
awr
chestre
kɛstʁ
kestr

Ορισμός και σημασία του "orchestre"στα γαλλικά

01

ορχήστρα, συγκρότημα μουσικών

groupe de musiciens qui jouent ensemble, souvent avec des instruments classiques 
l'orchestre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
orchestres
Παραδείγματα
L'orchestre joue ce soir au théâtre municipal. 

Η ορχήστρα παίζει απόψε στο δημοτικό θέατρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store