l'orage
orage
ɔʁaʒ
awrazh
orangeotage

Ορισμός και σημασία του "orage"στα γαλλικά

01

καταιγίδα, θύελλα

phénomène météorologique avec du vent, de la pluie et des éclairs 
l'orage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
orages
Παραδείγματα
Un orage approche rapidement. 

Μια καταιγίδα πλησιάζει γρήγορα.

02

ταραχή, αναστάτωση

agitation violente, tempête ou bouleversement 
l'orage definition and meaning
Παραδείγματα
L'orage intérieur bouleverse ses pensées. 

Η εσωτερική καταιγίδα αναστατώνει τις σκέψεις του.

03

ταραχή, θόρυβος

agitation bruyante ou désordre 
l'orage definition and meaning
Παραδείγματα
L'orage dans la salle a duré plusieurs minutes. 

Η καταιγίδα στην αίθουσα διήρκεσε αρκετά λεπτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store