Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'orage
01
καταιγίδα, θύελλα
phénomène météorologique avec du vent, de la pluie et des éclairs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
orages
Παραδείγματα
Un orage approche rapidement.
Μια καταιγίδα πλησιάζει γρήγορα.
02
ταραχή, αναστάτωση
agitation violente, tempête ou bouleversement
Παραδείγματα
L'orage intérieur bouleverse ses pensées.
Η εσωτερική καταιγίδα αναστατώνει τις σκέψεις του.
03
ταραχή, θόρυβος
agitation bruyante ou désordre
Παραδείγματα
L'orage dans la salle a duré plusieurs minutes.
Η καταιγίδα στην αίθουσα διήρκεσε αρκετά λεπτά.



























