Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'orage
01
καταιγίδα, θύελλα
phénomène météorologique avec du vent, de la pluie et des éclairs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
orages
Παραδείγματα
L' orage a causé des dégâts dans la ville.
Η καταιγίδα προκάλεσε ζημιές στην πόλη.
02
ταραχή, αναστάτωση
agitation violente, tempête ou bouleversement
Παραδείγματα
Après l' orage, le calme revient toujours.
Μετά την καταιγίδα, η ηρεμία επιστρέφει πάντα.
03
ταραχή, θόρυβος
agitation bruyante ou désordre
Παραδείγματα
L' orage des voix rendait difficile la communication.
Η καταιγίδα των φωνών καθιστούσε δύσκολη την επικοινωνία.



























