Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'or
[gender: masculine]
01
χρυσός, πολύτιμο μέταλλο
métal précieux jaune, très recherché pour les bijoux, la monnaie ou l'investissement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle porte des boucles d' oreilles en or massif.
Φοράει σκουλαρίκια από συμπαγές χρυσό.
or
01
χρυσός, χρυσαφής
qui a la couleur ou l'aspect de l'or
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus or
συγκριτικός βαθμός
plus or
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
or
αρσενικό πληθυντικό
or
θηλυκό ενικό
or
θηλυκό πληθυντικό
or
Παραδείγματα
Le trophée est or et argent pour symboliser la victoire.
Το τρόπαιο είναι χρυσό και ασημένιο για να συμβολίζει τη νίκη.



























