l'or
Pronunciation
/ɔʀ/

Ορισμός και σημασία του "or"στα γαλλικά

L'or
[gender: masculine]
01

χρυσός, πολύτιμο μέταλλο

métal précieux jaune, très recherché pour les bijoux, la monnaie ou l'investissement
l'or definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle porte des boucles d' oreilles en or massif.
Φοράει σκουλαρίκια από συμπαγές χρυσό.
01

χρυσός, χρυσαφής

qui a la couleur ou l'aspect de l'or
or definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus or
συγκριτικός βαθμός
plus or
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
or
αρσενικό πληθυντικό
or
θηλυκό ενικό
or
θηλυκό πληθυντικό
or
Παραδείγματα
Le trophée est or et argent pour symboliser la victoire.
Το τρόπαιο είναι χρυσό και ασημένιο για να συμβολίζει τη νίκη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store