l'ongle
ongle
ɔ̃gl
awgl
oncle

Ορισμός και σημασία του "ongle"στα γαλλικά

01

νύχι, νύχι

partie dure et plate au bout des doigts 
l'ongle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ongles
Παραδείγματα
Je me suis cassé un ongle hier. 

Χθες έσπασα ένα νύχι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store