Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'onde
01
κύμα, ταλάντωση
phénomène physique se propageant dans un matériau ou dans l'espace, comme le son, la lumière ou l'eau
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ondes
Παραδείγματα
Les ondes sonores se propagent dans l'air.
Τα κύματα του ήχου διαδίδονται στον αέρα.
02
κύμα, πλημμύρα
flux intense ou montée soudaine de quelque chose, comme des émotions, des réactions ou des événements
Παραδείγματα
Une onde de colère a traversé la foule.
Ένα κύμα θυμού διέσχισε το πλήθος.



























