l'odorat
odorat
ɔdɔʁa
awdawra
odorant

Ορισμός και σημασία του "odorat"στα γαλλικά

01

αίσθηση της όσφρησης, όσφρηση

sens permettant de percevoir les odeurs 
l'odorat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
odorat
Παραδείγματα
L'odorat lui permet de sentir les fleurs. 

Η όσφρηση του επιτρέπει να μυρίζει τα λουλούδια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store