océanique
océ
ɔs
aws
a
ea
ea
nique
nɪk
nik

Ορισμός και σημασία του "océanique"στα γαλλικά

océanique
01

ωκεάνιος, θαλάσσιος

influencé par la proximité de l'océan 
océanique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
océanique
αρσενικό πληθυντικό
océaniques
θηλυκό ενικό
océanique
θηλυκό πληθυντικό
océaniques
Παραδείγματα
Le climat océanique est humide et doux. 

Το ωκεάνιο κλίμα είναι υγρό και ήπιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store