Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nutritif
01
θρεπτικός, ευεργετικός
qui apporte des éléments nécessaires à la croissance, à l'énergie ou à la santé du corps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus nutritif
συγκριτικός βαθμός
plus nutritif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nutritif
αρσενικό πληθυντικό
nutritifs
θηλυκό ενικό
nutritive
θηλυκό πληθυντικό
nutritives
Παραδείγματα
Les légumes sont très nutritifs et bons pour la santé.
Τα λαχανικά είναι πολύ θρεπτικά και καλά για την υγεία.
02
θρεπτικός, διατροφικός
relatif à la nutrition ou à l'alimentation
Παραδείγματα
Les conseils nutritifs du médecin sont importants.
Οι θρεπτικές συμβουλές του γιατρού είναι σημαντικές.



























