Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nourrir
01
ταΐζω, τρέφω
donner de la nourriture à quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nourris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nourrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nourrirai
ενεστώτα μετοχή
nourrissant
παθητική μετοχή
nourri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nourrissions
Παραδείγματα
Les agriculteurs nourrissent leurs animaux.
Οι αγρότες ταΐζουν τα ζώα τους.
02
τρώω, διατροφή
prendre des aliments pour vivre
Παραδείγματα
Comment vous nourrissez -vous en expédition ?
Πώς τρέφεστε σε αποστολή;
03
τρώω
prendre de la nourriture, manger quelque chose
Παραδείγματα
Certains animaux marins se nourrissent de méduses.
Μερικά θαλάσσια ζώα τρώνε μέδουσες.
04
θρέφω, εμπλουτίζω
enrichir ou développer quelque chose de manière abstraite
Παραδείγματα
L' art nourrit l' âme humaine.
Η τέχνη θρέφει την ανθρώπινη ψυχή.



























