Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nourrir
01
ταΐζω, τρέφω
donner de la nourriture à quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nourris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nourrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nourrirai
ενεστώτα μετοχή
nourrissant
παθητική μετοχή
nourri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nourrissions
Παραδείγματα
Je nourris mon chat deux fois par jour.
Τρέφω τη γάτα μου δύο φορές την ημέρα.
02
τρώω, διατροφή
prendre des aliments pour vivre
Παραδείγματα
Je me nourris principalement de légumes.
Τρέφομαι κυρίως με λαχανικά.
03
τρώω
prendre de la nourriture, manger quelque chose
Παραδείγματα
Les oiseaux se nourrissent de graines et d'insectes.
Τα πουλιά τρώνε σπόρους και έντομα.
04
θρέφω, εμπλουτίζω
enrichir ou développer quelque chose de manière abstraite
Παραδείγματα
Ce livre nourrit l'imagination des enfants.
Αυτό το βιβλίο θρέφει τη φαντασία των παιδιών.



























