la météo
mé
me
me
téo
teo
teo
métro

Ορισμός και σημασία του "météo"στα γαλλικά

01

καιρός, μετεωρολογικές συνθήκες

état du temps (soleil, pluie, vent, etc.) à un moment donné 
la météo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
météos
Παραδείγματα
La météo annonce de la pluie demain. 

Ο καιρός προβλέπει βροχή αύριο.

02

μετεωρολογία, επιστήμη της ατμόσφαιρας

science qui étudie l'atmosphère et prévoit le temps qu'il fera 
la météo definition and meaning
Παραδείγματα
Elle étudie la météo à l'université. 

Μελετά τη μετεωρολογία στο πανεπιστήμιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store