Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le métier
[gender: masculine]
01
επάγγελμα, τέχνη
activité professionnelle ou travail spécialisé que quelqu'un exerce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
métiers
Παραδείγματα
Il change de métier pour trouver un meilleur emploi.
Αλλάζει επάγγελμα για να βρει μια καλύτερη δουλειά.
02
επάγγελμα, τέχνη
ensemble des compétences et savoir-faire nécessaires pour exercer une activité professionnelle
Παραδείγματα
Il a acquis son métier après des années de pratique.
Απέκτησε το επάγγελμά του μετά από χρόνια πρακτικής.



























