Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le métier
01
επάγγελμα, τέχνη
activité professionnelle ou travail spécialisé que quelqu'un exerce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
métiers
Παραδείγματα
Il exerce le métier de médecin.
Ασκεί το επάγγελμα του γιατρού.
02
επάγγελμα, τέχνη
ensemble des compétences et savoir-faire nécessaires pour exercer une activité professionnelle
Παραδείγματα
Il a beaucoup de métier dans son travail.
Έχει πολύ τεχνική στη δουλειά του.



























