le tal
me
me
tal
tal
tal
étal

Ορισμός και σημασία του "métal"στα γαλλικά

01

μέταλλο, κράμα

substance solide, généralement brillante et conductrice, utilisée pour construire, fabriquer ou orner des objets 
le métal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
métaux
Παραδείγματα
La sculpture est faite en métal inoxydable. 

Το γλυπτό είναι κατασκευασμένο από ανοξείδωτο μέταλλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store