la myrtille
myr
miʁ
μιρ
tille
tɪj
τιγ

Ορισμός και σημασία του "myrtille"στα γαλλικά

01

μύρτιλο, βατόμουρο

petit fruit bleu foncé comestible 
la myrtille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
myrtilles
Παραδείγματα
Elle mange des myrtilles avec son yaourt. 

Τρώει μύρτιλλα με το γιαούρτι της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store