Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le musée
01
μουσείο, γκαλερί
lieu où l'on expose des œuvres d'art, des objets historiques ou scientifiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
musées
Παραδείγματα
Le musée est ouvert tous les jours sauf le lundi.
Το μουσείο είναι ανοιχτό κάθε μέρα εκτός από τη Δευτέρα.



























