Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le musée
[gender: masculine]
01
μουσείο, γκαλερί
lieu où l'on expose des œuvres d'art, des objets historiques ou scientifiques
Παραδείγματα
Le musée conserve des objets anciens très précieux.
Το μουσείο διατηρεί πολύ πολύτιμα αρχαία αντικείμενα.



























