Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le moulin
01
μύλος, αλέστρα
appareil servant à broyer, moudre ou réduire en poudre des aliments ou autres substances
Παραδείγματα
Il utilise un moulin pour moudre le café chaque matin.
Χρησιμοποιεί ένα μύλο για να αλέθει τον καφέ κάθε πρωί.
02
μύλος, εργοστάσιο
bâtiment ou installation où l'on broie des grains ou autres produits, souvent à l'aide de forces naturelles comme le vent ou l'eau
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
moulins
Παραδείγματα
Le moulin à vent servait autrefois à moudre le blé.
Ο μύλος ανέμου χρησιμοποιούνταν παλιά για να αλέθει το σιτάρι.
Λεξικό Δέντρο
moulin
mou
lin



























