mouillé
mo
mu
moo
uillé
je
ye
fouillermouillergrouillerbrouiller

Ορισμός και σημασία του "mouillé"στα γαλλικά

01

βρεγμένος, υγρός

couvert ou imprégné d'eau ; pas sec 
mouillé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mouillé
συγκριτικός βαθμός
plus mouillé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mouillé
αρσενικό πληθυντικό
mouillés
θηλυκό ενικό
mouillée
θηλυκό πληθυντικό
mouillées
Παραδείγματα
Son manteau était complètement mouillé par la pluie. 

Το παλτό του ήταν εντελώς βρεγμένο από τη βροχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store